ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΜΗΝΥΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΡΓΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΞΩΚΛΗΣΙΑ ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
   
ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ

Στις μέρες μας η Κύπρος γενικά, παινεύεται για τα παραδοσιακά γαλακτοκομικά της προϊόντα. Πολύ περισσότερο όμως περηφανεύεται για τη γνησιότητά τους. Σε αρκετά χωριά, μέχρι και σήμερα διατηρείται με πολλή αγάπη και προθυμία η παραδοσιακή κατασκευή των γαλακτοκομικών τους προϊόντων.

Ακόμη όπου μόνιμα έχει εγκατασταθεί ο κύπριος πολίτης, η φήμη των προϊόντων αυτών έχει φτάσει εκεί. Ακόμη και ξένοι άνθρωποι θα ακούσεις να μιλάνε με τον μέγιστο ενθουσιασμό, για αυτά τα κυπριακά και νόστιμα γαλακτοκομικά προϊόντα και ιδιαίτερα για το παραδοσιακό χαλούμι. Στην Ελλάδα , Αγγλία , Αμερική, Αυστραλία, Καναδά, Δανία, Βουλγαρία.

Στο Πραστειό Αυδήμου έχουν να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό, αλλά και να περηφανεύονται για τα παραδοσιακά γαλακτοκομικά προϊόντα που οι ίδιοι φτιάχνουν.

Ας δούμε λοιπόν πιο κάτω, πως αυτοί οι άνθρωποι με τόσο ενθουσιασμό, πώς και τί κατασκευάζουν.

Το χαλούμι είναι παραδοσιακό γαλακτοκομικό προϊόν, για το Πραστειό Αυδήμου. Το χαλούμι, όπως και η αναρή, αντίθετα προς αρκετά άλλα τυριά, είναι άσπρου χρώματος. Δεν είναι γνωστό από πότε κατασκευάζεται στο χωριό, γιατί η τέχνη της κατασκευής του, χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ωστόσο και σήμερα, εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κύρια γαλακτοκομικά προϊόντα του χωριού κι εξακολουθεί να είναι πολύ δημοφιλές. Σε παλαιότερες εποχές το χαλούμι και η αναρή, όπως και το γιαούρτι, κατασκευαζόταν από τους βοσκούς και τις οικοκυρές σε οικιακή βάση. Σήμερα λίγοι κατασκευάζουν ακόμη τα προϊόντα αυτά σε χωριά, αλλά είναι περιζήτητα και θεωρούνται γνήσια, γνωστά πλέον ως χωριάτικα προϊόντα και με αρκετά ψηλό κόστος στην τιμή τους. Σήμερα το παραδοσιακό χαλούμι θα το αγοράσεις £6.00 ανά κιλό, ενώ αντίθετα η παραγωγή του στις πόλεις που έχει βιομηχανοποιηθεί θα το βρεις και φθηνότερο, γιατί σίγουρα δεν θα είναι το γνήσιο παραδοσιακό χαλούμι.

Για να δούμε πως κατασκευάζεται το παραδοσιακό τυρί (χαλούμι) στο Πραστειό Αυδήμου:

Το γάλα των ζώων ζεσταίνεται σε φωτιά και αφού προστεθεί σ' αυτό ειδική πηκτική σκόνη (η λεγόμενη πηδκιά που σε παλαιότερες εποχές προερχόταν από πολύ μικρό αρνάκι (στομάχι αρνιού ή χοίρου που έσφαζαν τα Χριστούγεννα), αφήνεται να κρυώσει. Σύντομα το γάλα πήζει. Στη συνέχεια κόβεται σε κομμάτια και τοποθετείται σε ταλάριν (είδος μικρού καλαθιού πλεγμένου με σκλινίτζια, στελέχη υδροχαρών φυτών). Πιέζεται για να στραγγίσει και το υγρό που θα βγει μαζεύεται, είναι ο λεγόμενος νορός.

Ο νορός ξαναβράζεται, με προσθήκη κι άλλου γάλακτος, συνήθως σε αναλογία ενός προς δέκα. Ο νορός θα πήξει ξανά, οπότε δίνει την αναρή, που είτε παραμένει ανάλατη, είτε της προστίθεται αλάτι και αποθηκεύεται αφού ξεραθεί. Η αναρή, για να παρθεί, πιέζεται πάλι στο ταλάριν, οπότε με το στράγγισμά της έχουμε και πάλι ποσότητα από νορόν, στον οποίο θα μπουν τα χαλούμια, προκειμένου ν' αποθηκευθούν και να διατηρηθούν.

Στο μεταξύ τα χαλούμια όταν στεγνώσουν, μετά τη διαδικασία στο ταλάριν, ρίχνονται στον νορόν που μένει μετά την παραγωγή της αναρής και ψήνονται με βράσιμο σε χαμηλή φωτιά, για μια περίπου ώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν ψηθούν, ανεβαίνουν στην επιφάνεια του νορού μέσα στον οποίο βράζουν. Στη συνέχεια το κάθε κομμάτι χαλουμιού, αλατίζεται. Προστίθεται επίσης ψιλοκομμένος δυόσμος. Ύστερα το κάθε κομμάτι διπλώνεται στα δυο και τοποθετείται για αποθήκευση σε γυάλινο δοχείο. Το δοχείο, όταν γεμίσει με χαλούμια, γεμίζεται με νορόν και κλείνεται.

Ωστόσο η παρατεταμένη φύλαξη χαλουμιών σε νορόν, μπορεί να δημιουργήσει σ' αυτά μικρά άσπρα σκουλήκια που λέγονται «αππηητούρκα». Στην περίπτωση αυτή προστίθεται στο δοχείο λίγο λάδι, για προστασία των χαλλουμιών.

Όσο για την λεγόμενη πηδκιάν (λέξη προερχόμενη προφανώς από το ρήμα πήσσω), αυτή ήταν υγρό που προερχόταν από το στομάχι πολύ μικρού αρνιού που σφαζόταν, ενώ βύζαινε ακόμη γάλα από τη μητέρα του, και οπωσδήποτε πριν αρχίσει να τρώει χόρτο. Ήταν, λοιπόν, μητρικό γάλα αναμεμειγμένο με τα υγρά του στομάχου του μικρού ζώου. Η πηδκιά τοποθετείτο σε ρούχο που δενόταν. Το σακουλάκι αυτό τοποθετείτο για λίγο στο γάλα που έβραζε και το βοηθούσε στο να πήξει. Στη συνέχεια η υπόλοιπη πηδκιά φυλαγόταν στο ρούχινο σακουλάκι για να ξαναχρησιμοποιηθεί αργότερα., έως ότου τελείωνε. Συνεπώς όταν σφαζόταν ένα πολύ μικρό ζώο, έπαιρναν την πηδκιάν του, που την φύλαγαν για χρήση, όταν θα έφτιαχναν χαλλούμια. Σήμερα η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον, αφού υπάρχουν ειδικές πηκτικές σκόνες.

Το χαλούμι τρώγεται είτε όπως έχει κατασκευαστεί, είτε ψημένο στα κάρβουνα ή στη σχάρα (στην περίπτωση αυτή με προσθήκη λεμονιού). Χρησιμοποιείται επίσης για κατασκευή χαλουμόπιττας, ενώ πολλοί το προτιμούν (αντί της αναρής) και τριμμένο πάνω σε μακαρόνια ή άλλα ζυμαρικά. Μικρά κομματάκια από χαλούμι, μαγειρεύονται επίσης μέσα σε σούπα τραχανά. Το χαλούμι αποτελεί ένα από τα βασικά είδη που συνθέτουν τον πλούσιο παραδοσιακό κυπριακό μεζέ.

Όσον αφορά τώρα την παραδοσιακή αναρή, συνήθιζαν είτε να την τρώνε φρέσκια και βραστή, μόλις έβγαινε από το καζάνι, προσθέτοντας ζάχαρη, ή να φτιάξουν διάφορα παρασκευάσματα όπως τα παραδοσιακά πουρέκια, κατά τις μέρες των αποκριών, πριν από το σαρανταήμερο. Επίσης μέχρι και σήμερα την αποξήραιναν. Δηλαδή την διατηρούσαν σε ένα πολύ λεπτό ύφασμα το λεγόμενο κουρούκλα (λεπτό διαφανές ύφασμα από πολύ λεπτές κλωστές), έτσι για να αερίζεται για περίπου 40 μέρες, την κρέμαζαν έξω στην αυλή κάτω από τον ήλιο για να στεγνώσει καλά, με στόχο να ξεραθεί και το βράδυ την φύλαγαν στο σπίτι Μετά τις 40 μέρες την φύλαγαν σε δροσερό μέρος και είχαν ολόχρονα την ξερή αναρή, όπου και την χρησιμοποιούσαν επίσης στα ζυμαρικά, αν δεν είχαν χαλούμι.

Όσο για το γιαούρτι του Πραστειό Αυδήμου, είναι πολύ μεγάλη η φήμη του, σ' ολόκληρη την Κύπρο. Από εκεί φεύγει ένα πολύ γνήσιο, νοστιμότατο γιαούρτι και κυρίως το πρόβιο παραδοσιακό γιαούρτι του Πραστειού Αυδήμου.

Για να δούμε πιο κάτω πως κατασκευάζεται το γιαούρτι στο Πραστειό Αυδήμου:

Από την παραγωγή γάλακτος που υπάρχει άφθονη στο χωριό, προμηθεύονται οι γυναίκες κατασκευάστριες στα σπίτια τους, έτσι για να φτιάξουν το παραδοσιακό τους γιαούρτι. Σε μεγάλη κατσαρόλα βράζουν πρώτα το γάλα το οποίο κατά την διάρκεια του βρασίματος το ανακατεύουν για να αποφύγουν την λεγόμενη τσίππα (πέτσα). Το κοχλάζουν και το αφήνουν να κρυώσει. Αφού κρυώσει σε αναλογία κάθε 8 λίτρων βάζουν 2 κουταλιές καταστατό ή αλλιώς μαγιά (είναι γιαούρτι της προηγούμενης μέρας) και το ανακατεύουν καλά στο υπόλοιπο γάλα. Ξαναβάζουν την κατσαρόλα στη φωτιά να βράσει σε βαθμό που να μπορεί το δάκτυλο μας να το δεχτεί, περίπου 20 βαθμούς. Αργότερα το περνούν από το τρυπητό (σουρωτήρι), έτσι για να είναι πιο ποιοτικό και πιο γυαλιστό εμφανισιακά. Τέλος το τοποθετούν σε πήλινα βαζάκια και το σκεπάζουν με κουβέρτες σε ζεστό μέρος, κυρίως στο σώσπιτο, για περίπου δυόμιση ώρες, έτσι για να πήξει.

Στην περιοχή υπάρχει και ο Οργανισμός γαλακτοκομικής βιομηχανίας όπου και προμηθεύει τους παραδοσιακούς κατασκευαστές, με γάλα